Συνέντευξη στον Αριστοτέλη Τριάντη για το περιοδικό τέχνης Scenico Art Mag
Ξεκινώντας ας μάθουμε λίγα πράγματα για σένα: πού γεννήθηκες, ποιο είναι το ακαδημαϊκό σου υπόβαθρο, ποια ήταν η πρώτη σου επαφή με την Τέχνη, και πότε αντιλήφθηκες ότι το να ασχοληθείς με την επιμέλεια εικαστικών εκθέσεων αποτελεί για εσένα πρώτη προτεραιότητα;
Γεννήθηκα στον Πειραιά, το πατρικό μου σπίτι βρίσκεται στο Μικρολίμανο. Εκεί έζησα μέχρι και τα 27 μου χρόνια. Ύστερα ερωτεύτηκα τον σύζυγο μου, Γιάννη, και ήρθα ως ερωτική μετανάστρια στην Πεντέλη, όπου και διαμένω τα τελευταία χρόνια. Από το λιμάνι, στο βουνό, λοιπόν, και εδώ έχουμε φτιάξει την όμορφη οικογένεια μας, στην οποία έχει προστεθεί η 4χρονη κορούλα μας, Όπυ. Είμαι συλλέκτρια γνώσεων και πτυχίων και παθιασμένη και ανήσυχη εξερευνήτρια της ζωής και των συναισθημάτων! Πολλές φορές, εάν μιλάμε πολύ για εμάς και τα πτυχία μας, κάποιοι νομίζουν πως “πουλάμε μούρη”, για τον λόγο αυτό, και επειδή μου αρέσουν οι προκλήσεις, όσο και το black humor, θα αναφερθώ στα πιο βασικά: σπούδασα “Ιστορία & Αρχαιολογία” στην Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών με ειδίκευση στην “Αρχαιολογία & Ιστορία της Τέχνης”, έπειτα έλαβα εξειδικευμένες επιμορφώσεις: στην “Πολιτιστική Επιχειρηματικότητα”, στην “Διοίκηση Πολιτισμικών Μονάδων” (ΕΚΠΑ) και στο “Art-Therapy / Θεραπεία μέσω της Τέχνης” (Πανεπιστήμιο Αιγαίου), ενώ ολοκλήρωσα δύο διαφορετικούς κύκλους μεταπτυχιακών σπουδών: “Σύγχρονες Δημοσιογραφικές Σπουδές” (Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο) και “Ειδική Αγωγή” (Frederick University of Cyprus). Αναφορικά με το τρίτο ερώτημα, θα έλεγα πως το αντιλήφθηκα από την πρώτη στιγμή, από την πρώτη κιόλας έκθεση που επιμελήθηκα, πως αυτό είναι που θέλω να κάνω “παντοτινά”, να είμαι “επιμελήτρια” και να φέρνω τον κόσμο “κοντά στην Τέχνη”.

Με την εμπειρία σου ως τώρα πώς αξιολογείς τον χώρο της Τέχνης στην Ελλάδα;
Γίνονται αξιόλογες προσπάθειες, θα έλεγα πως υπάρχει, σε γενικές γραμμές, ειλικρινές ενδιαφέρον, από μεριάς των διαχειριστών των χώρων Τέχνης και των επιμελητών να προωθήσουν την σύγχρονη ελληνική εικαστική δημιουργία. Όπως και σε κάθε επάγγελμα σίγουρα μπορείς να ξεχωρίσεις τους καλύτερους και να ακολουθήσεις αυτούς “που σου κάνουν”. Προσωπικά δίνω μεγάλη αξία, πέραν των επαγγελματικών δεξιοτήτων και διακρίσεων, στην “συμπεριφορά”. Αξέχαστη θα μου μείνει η αυθάδης, αγενής, επιθετική και ακατανόητη συμπεριφορά ενός πρώην συνεργάτη διαχειριστή χώρου Τέχνης προς εμένα, επειδή δύο καλλιτέχνες μου, δεν πρόλαβαν να μαζέψουν τα έργα τους αμέσως μετά το πέρας της έκθεσης, ενώ υπήρχε φυσικά η δυνατότητα φύλαξης τους στον χώρο μέχρι την επόμενη εργάσιμη. Τέτοιες συμπεριφορές αμαυρώνουν τον χώρο της Τέχνης, όπως και κάθε χώρο, όταν σε αυτόν κυριαρχεί η τοξικότητα, η εγωπάθεια και ο ναρκισισμός. Αγαπώ τους καλλιτέχνες, είναι και η μητέρα μου εικαστικός (Ειρήνη Μονομμάτου), μπορώ να τους νιώσω και προσπαθώ, μέσα από τους τρόπους μου, να στέκομαι ως “βοηθητικός σύμμαχος” στο πλευρό τους, αναδεικνύοντας την εικαστική εργασία τους και προβάλλοντας τους.
Υπάρχει η εντύπωση ότι στην Ελλάδα το κοινό της Τέχνης και οι μηχανισμοί προώθησης του καλλιτεχνικού έργου είναι περιορισμένοι. Τα social media μπορούν να συμβάλλουν βοηθητικά στην περαιτέρω διασπορά και ανάδειξη της Τέχνης και της σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας;
Αναφορικά με το πρώτο ερώτημα επιλέγω ως στάση ζωής να εστιάζω στο “θετικό”, στην “αφθονία” και όχι στην “έλλειψη”, επομένως η διαπίστωση αυτή, την οποία “έχει πάρει το αυτί μου” αρκετές φορές με αφήνει “αδιάφορη”. Γιατί πιστεύω πως: και οι εικαστικοί, και οι διαχειριστές των χώρων Τέχνης, και οι επιμελητές έχουμε την δύναμη να φέρνουμε το κοινό “κοντά στην Τέχνη”: μία θερμή πρόσκληση, παραδείγματος χάριν, ένα ευγενικό κάλεσμα, σε εικαστικά εγκαίνια – ακόμα και σε συγγενείς μας – μπορεί να “κάνει την διαφορά”. Η Τέχνη είναι μοίρασμα, επικοινωνία και διάδραση, δεν χρειάζεται αποκλειστικά τους “συλλέκτες” και τους “αγοραστές”, τους χρειάζεται “όλους”, απευθύνεται σε “όλους”. Αναμφίβολα, τα social media, συμβάλλουν βοηθητικά στην περαιτέρω διασπορά και ανάδειξη της Τέχνης και της σύγχρονης εικαστικής δημιουργίας δεδομένου ότι ανάγονται στα κορυφαία εργαλεία: επικοινωνίας, αλληλεπίδρασης και διάδοσης της πληροφορίας σε παγκόσμιο πρίσμα.
Πολλές φορές υπάρχει μια σύγχυση μεταξύ του ρόλου του επιμελητή και του γκαλερίστα, γιατί νομίζεις ότι συμβαίνει αυτό; Είναι ένα ελληνικό φαινόμενο;
Το ευρύτερο κοινό μπορεί να μην έχει κατανοήσει ακριβώς τον ρόλο/επάγγελμα του επιμελητή Τέχνης. Δεν είναι τυχαίο πως συχνά όταν αναφέρω σε κουβέντα πως είμαι επιμελήτρια και ετοιμάζω καινούρια έκθεση με ρωτάνε: “ποιο έργο έχω ζωγραφίσει!” – νομίζοντας πως είμαι ζωγράφος (!). Οι εικαστικοί, από την άλλη, πιστεύω πως γνωρίζουν τον ρόλο μας και μπορούν να διακρίνουν την διαφορά μεταξύ του επιμελητή και του γκαλερίστα, οι οποίοι θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να λειτουργούν μεταξύ τους “αλληλοϋποστηρικτικά”.
Σε κάποιες από τις εκθέσεις που επιμελείσαι έχεις επαναλάβει την ίδια θεματολογία, όπως στην πρόσφατη με τίτλο: «ΤΡΑΥΜΑΤΑ: Το πιο Βαθύ σου ΤΡΑΥΜΑ: Vol.ii». Μίλησε μας λίγο πάνω σε αυτό, μπορεί ο “πόνος” και το “τραύμα” να λειτουργήσουν, μέσω της Τέχνης, ψυχοθεραπευτικά;







Η θεματική «ΤΡΑΥΜΑΤΑ: Το πιο Βαθύ σου ΤΡΑΥΜΑ: Vol.ii», όπως και η «Η Τέχνη του Πορτρέτου» (η οποία έχει παρουσιαστεί ήδη τρεις φορές σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη και έπεται και συνέχεια) αποτελούν “εκθέσεις” – “θεσμούς”, οι οποίες γεννήθηκαν, από εμένα, έχοντας εξαρχής αυτή την φιλοδοξία, να παρουσιάζονται σχεδόν σε ετήσια βάση, σε διαφορετικό χώρο και με διαφορετικούς συντελεστές. Αποτελούν θεματικές ιδιαίτερα ελκυστικές και ενδιαφέρουσες για τους καλλιτέχνες και το κοινό και τις αγκαλιάζουν με αγάπη. Αναφορικά με τα «ΤΡΑΥΜΑΤΑ: Το πιο Βαθύ σου ΤΡΑΥΜΑ: Vol.ii» πηγή της έμπνευσης τους στάθηκε η προσωπική, βιωματική μου ιστορία με ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας που αντιμετώπισα τα τέσσερα τελευταία χρόνια (τον τελευταίο χρόνο αναρρώνω από το χειρουργείο), και αμέσως μετά την εγκυμοσύνη μου. Ο “πόνος” και το “ψυχικό τραύμα” σε οδηγούν αρχικά στο “σκοτάδι” κι ύστερα σε “τραβάνε” και σε ρίχνουν στο “φως”. Αυτό είναι όμως το αισιόδοξο σενάριο, γιατί πάντα κάπου μέσα σου βαθιά η πληγή του τραύματος ρέει ακόμα. Η “δημιουργικότητα” δρα “ψυχοθεραπευτικά” στον “πόνο” και στο “τραύμα”.
Ως φίλοι και συνεργάτες γνωρίζω ότι τελευταία έχεις εστιάσει στην συγγραφή των ποιημάτων σου και ετοιμάζεις κάτι νέο πάνω σε αυτό. Είναι κάτι που έκανες από παλιά ως ενασχόληση ή είναι κάτι καινούριο για εσένα; Τι είναι αυτό που σε παρακινεί να γράψεις, ποιες είναι οι πηγές απ’ όπου αντλείς έμπνευση για την θεματολογία τους;
Από παιδάκι με γοήτευε η Ποίηση και διάβαζα βιβλία και έγραφα ποιηματάκια! Στην εφηβεία μου είχα έρωτα με τους Active Member και κυρίως με την Sadahzinia (Γιολάντα Τσιαμπόκαλου) και την hip-hop μουσική, οι οποίοι έδιναν πάντοτε – μέχρι και σήμερα – έμφαση στον ποιοτικό στίχο με ποιητική, λυρική και φιλοσοφική/στοχαστική αναγωγή. Σε συνδυασμό με το διάβασμα των ποιημάτων παραδοσιακών και μοντέρνων ποιητών οδηγήθηκα στην εξωτερίκευση των σκέψεων και των συναισθημάτων μου, μέσω της “γραφής” των δικών μου “ποιημάτων”, τα οποία προκύπτουν “φυσικά”, αναβλύζουν από μέσα μου “πηγαία”. Η θεματολογία τους: έρωτας, αρρώστια, πόνος, θάνατος, φιλία, αποχωρισμός, πόλεμος, προσφυγιά, όνειρο…γράφω για “ό,τι με συγκινεί” και γράφω “από / και με την καρδιά μου”.
Οι νέες τεχνολογίες – εδώ και αρκετές δεκαετίες – είναι μέρος της Τέχνης, όπως η video art, πλέον όμως έχουμε εισέλθει σε νέες μορφές τεχνολογίας όπως η AI (τεχνητή νοημοσύνη) και η αγοραπωλησία έργων τέχνης μέσω των NFT. Πιστεύεις ότι ο καλλιτέχνης ως δημιουργός, όπως τον γνωρίζουμε ως τώρα, βρίσκεται σε κίνδυνο, και πώς βλέπεις το μέλλον της Τέχνης μέσα σε αυτό το περιβάλλον; Θα μπορέσει η ανθρώπινη δημιουργία να διατηρήσει την ταυτότητα της ως κάτι μοναδικό;
Η τεχνολογία έχει εισβάλει για τα καλά σε όλες τις πτυχές της καθημερινότητας μας και εξελίσσεται συνεχώς με αλματώδεις ρυθμούς, και συνεπώς, έχει αρχίσει να απλώνεται “απειλητικά” και στον χώρο της Τέχνης, ως “σημείο των καιρών”. Έργα φτιαγμένα εξολοκλήρου από την ΑΙ (τεχνητή νοημοσύνη) ή αγοραπωλησίες έργων τέχνης μέσω των NFT αποτελούν όψεις της πραγματικότητας μας. Το πρώτο με ενοχλεί, η δημιουργία, δηλαδή, έργων Τέχνης, μέσω της τεχνητής νοημοσύνης. Πολλά ερωτήματα και προβληματισμοί με κατακλύζουν σε σχέση με το ζήτημα αυτό, το οποίο είναι, μεταξύ άλλων, και “ηθικό”: ποιος είναι ο “αληθινός δημιουργός” αυτών των έργων; Ο “άνθρωπος/καλλιτέχνης” ή το “ψυχρό μηχάνημα”; Προσωπικά, και εφόσον δεν πρόκειται για digital art έργα, μου αρέσει τα έργα Τέχνης να αποτελούν ατόφιες, αυθεντικές προεκτάσεις και εκφράσεις του μυαλού και της σκέψης, των συναισθημάτων και της φαντασίας του δημιουργού τους και να φέρουν στην όψη τους την “ποιότητα” του “χειροποίητου”, την “σφραγίδα” της “μοναδικότητας” τους.
Σε ευχαριστώ.
Παρουσιάζονται έργα των καλλιτεχνών
- Βαγγέλης Λιουδάκης
- Βασιλική Ηλιακοπούλου
- Αργυρώ Δρίβα
- Μάτω Ιωαννίδου
- Χρισταλένη Αλιφιεράκη
- Νίκος Τσιώτας
- Ειρήνη Μονομμάτου

One response to “Συνέντευξη με την Επιμελήτρια, Νικολένα Καλαϊτζάκη”
[…] Διαβάστε την στον σύνδεσμο:https://scenico.art.blog/2024/09/24/%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%ad%ce%bd%cf%84%ce%b5%cf%85%ce%be%ce%b7-%ce… […]
LikeLike